Σήμερα οι ξένες γλώσσες δεν είναι απλά κάτι επιπλέον στο πρόγραμμα των παιδιών. Είναι επένδυση για το μέλλον τους! Όλοι ξέρουμε ότι μια ξένη γλώσσα ανοίγει πόρτες – τόσο στη ζωή όσο και στην επαγγελματική τους πορεία. Και ας το παραδεχτούμε: σε μια εποχή που όλα αλλάζουν γρήγορα, η γνώση ξένων γλωσσών είναι προϋπόθεση για εξέλιξη και επιτυχία
Με αυτό σαν δεδομένο ο εύλογος προβληματισμός των γονέων γίνεται όλο και πιο έντονος. Ιδιαίτερα για παιδιά 5-15 ετών, αναρωτιούνται ποιός είναι ο ιδανικός τρόπος να μάθει μια ξένη γλώσσα το παιδί τους. Τους προβληματίζει ο χρόνος εκμάθησης, το σύστημα εκμάθησης, το πόσες γλώσσες πρέπει να τελειοποιήσει το παιδί τους, ταυτόχρονα ή όχι, και μάλιστα σε συνδυασμό με τα τόσα σχολικά καθήκοντα αλλά και τις εξωσχολικές δραστηριότητες. Σκέφτονται το οικονομικό κόστος αλλά και την ποιότητα της εκπαίδευσης, την σωστή κατάρτιση των καθηγητών και ποιό θα είναι στο τέλος αυτό που συνολικά θα αποκομίσει το παιδί τους. Αναρωτιούνται αν τελικά θα το έχουν ουσιαστικά βοηθήσει στη μετέπειτα πορεία του επενδύοντας σε χρόνο και σε χρήμα.
Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με υψηλή γλωσσομάθεια – οι Έλληνες μαθαίνουν ξένες γλώσσες. Παρόλο που το εκπαιδευτικό μας σύστημα προβλέπει υποχρεωτική εκμάθηση της ξένης γλώσσας ήδη από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αυτό φαίνεται να υπολειτουργεί και να μην είναι αποτελεσματικό, ούτε και αρκετό. Δεν υπάρχει δυνατότητα να πάρει ένας μαθητής την πιστοποίηση ξένης γλώσσας από το Δημόσιο Σχολείο. Γι’ αυτό πολλοί γονείς καταφεύγουν στα ιδιαίτερα μαθήματα ή σε φροντιστήρια/κέντρα ξένων γλωσσών. Αλλά ποιο είναι τελικά το καλύτερο για το παιδί; Ιδιαίτερο μάθημα ή κέντρο ξένων γλωσσών?
Η επιλογή του ιδιαίτερου
Πολλοί γονείς καταλήγουν στην επιλογή του ιδιαίτερου μαθήματος, με τον δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι. Είναι όμως αυτός ο ιδανικός τρόπος για να μάθει και να προχωρήσει το παιδί;
Οι γονείς εξυπηρετούνται με τον δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι, διότι δεν έχουν την έγνοια του «πήγαινε κι έλα» από το φροντιστήριο γλώσσας, δεν έχουν την έγνοια της παρακολούθησης του παιδιού στο σπίτι. Ο γονιός λέει «...φτάνει που έχω να παρακολουθώ το παιδί σε τόσα μαθήματα στο σχολείο του, ας μην έχω να επιβλέπω και τα αγγλικά από πάνω...». Κι έτσι αναθέτει στο δάσκαλο που έρχεται στο σπίτι όλη αυτή τη φροντίδα. Επιπλέον, σήμερα μπορεί να βρει έναν δάσκαλο με σχετικά χαμηλό κόστος ώρας. Μπορεί να βρει έναν φοιτητή, έναν νέο απόφοιτο σχολής που ψάχνει δουλειά, κάποιον δάσκαλο που θέλει να συμπληρώσει το εισόδημά του, και που χρεώνουν σχετικά χαμηλά την ώρα τους. Το ιδιαίτερο λειτουργεί συχνά σαν «εξτρα χαρτζιλίκι» για κάποιον που ξέρει τη γλώσσα αλλά δεν ξέρει πώς να τη διδάξει σωστά.
Είναι όμως αυτή η σωστή λύση;
Ας δούμε μερικούς παράγοντες που πρέπει να αξιολογήσει ο γονιός προκειμένου να αποφασίσει πότε είναι απαραίτητος ο δάσκαλος στο σπίτι και πότε είναι απαραίτητο το σχολείο.
Η εξατομίκευση στο μάθημα.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του ιδιαίτερου μαθήματος θεωρείται ότι είναι η εξατομικευμένη διδασκαλία, στις ανάγκες του παιδιού. Ωστόσο αυτό αποτελεί δίκοπο μαχαίρι τελικά. Αυτό που συνηθέστερα συμβαίνει, ειδικά όταν ο δάσκαλος του ιδιαίτερου είναι άπειρος ή όχι σωστά καταρτισμένος, είναι να ορίζει το ίδιο το παιδί ένα ρυθμό εκμάθησης, ανάλογα με την επιμέλειά του. Δηλαδή το παιδί μαθαίνει τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά όσο επιμελές είναι το ίδιο. Ο δάσκαλος αναγκάζεται να ακολουθήσει το ρυθμό του, που συχνότερα είναι πιο αργός παρά πιο ταχύς. Αν από τη άλλη βρει ο γονιός έναν έμπειρο και εξειδικευμένο καθηγητή τότε σιγουρα θα αντιμετωπίσει το θέμα του υψηλού κόστους που χρεώνουν αυτού του επιπέδου οι καθηγητές, για να γίνει ο σωστός αριθμός μαθημάτων. Το συνολικό κόστος αυξάνεται πολύ…και υπάρχει κινδυνος να γίνουν παραχωρήσεις σε αυτό και οι γονεις να επιλέξουν λιγότερα μαθήματα για να μειώσουν το κόστος, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει το παιδί αρκετά να φτάσει στο επίπεδο που πρέπει για να πάρει κάποιο πτυχιο.
Στις μικρές τάξεις των φροντιστηριών ξένων γλωσσών, ο μαθητής θα αναγκαστεί να επιταχύνει το ρυθμό του, για να συμβαδίσει με την τάξη, και ο δάσκαλος θα εξασφαλίσει να μην έχει κενά, ή να καλύψει αυτά τα κενά με κάποιες έξτρα ώρες μελέτης. Η εξατομίκευση στο μάθημα είναι πλεονέκτημα του σχολείου γλώσσας και με έμπειρους καθηγητές μπορεί να το καταφέρει, ενώ είναι η τροχοπέδη στο ιδιαίτερο αν ο καθηγητής δεν μπορεί να ελέγξει τον μαθητή. Σε παλιότερα χρόνια ιδιαίτερα έκανε ο μαθητής που δεν τα πήγαινε καλά στο σχολείο. Σήμερα κάνει ιδιαίτερα συχνότερα ο μαθητής που βαριέται να διαβάσει ή που οι γονείς του δεν έχουν την δυνατότητα να τον πηγαινοφέρνουν στο σχολείο.
Ο ρυθμός του μαθήματος και ο σχεδιασμός των μαθημάτων.
Στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών, τον ρυθμό εκμάθησης τον καθορίζει ο δάσκαλος. Την οργάνωση της ύλης μέσα στο σχολικό έτος την καθορίζει το σύστημα του φροντιστηρίου που έχει μελετήσει ποιά πρέπει να είναι η διδακτέα ύλη για το έτος. Ο δάσκαλος του ιδιαίτερου μπορεί να βαδίζει αυθαίρετα, χωρίς σχέδιο και χωρίς μαθησιακό πλάνο για τον μαθητή του. Αυτό που συνήθως κάνει είναι να ακολουθεί το σχεδιασμό μαθημάτων ενός κεντρικού βιβλίου που χρησιμοποιεί στο μάθημα. Αυτός όμως δεν είναι σχεδιασμός μαθησιακού πλάνου. Δεν μπορούμε να ακολουθούμε ένα βιβλίο απλά. Εκμάθηση γλώσσας σημαίνει γράφω, ακούω, μιλάω, συνθέτω, ... Στο φροντιστήριο αυτό επιτυγχάνεται από μια σύνθεση μαθησιακών διαδικασιών, κι όχι απλά από την παρακολούθηση ενός βιβλίου.
Η κατάρτιση και η εμπειρία του δασκάλου.
Και πώς να καταρτίσει ο δάσκαλος του ιδιαίτερου μαθησιακά πλάνα, όταν στην πράξη, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι καν ο ίδιος επαρκώς καταρτισμένος, κι απλά κατέχει να μιλά τη γλώσσα! Η πιστοποίηση ότι κάποιος κατέχει τη γλώσσα δεν τον κάνει και δάσκαλο, ούτε ικανό να τη διδάξει.
Ωστόσο, το ιδιαίτερο σήμερα είναι η εύκολη διέξοδος για χαρτζιλίκι ή για πρόσθετο εισόδημα για πάμπολλους γνώστες της Αγγλικής ή άλλων γλωσσών, που όμως καμιά σχέση δεν έχουν με τη διδασκαλία.
· Δεν γνωρίζουν πώς να σχεδιάσουν ένα μάθημα αποτελεσματικά.
· Δεν γνωρίζουν τί μαθησιακούς στόχους να βάλουν για τη σχολική χρονιά.
· Δεν γνωρίζουν πώς να ενθαρρύνουν το παιδί στην άμεση αφομοίωση.
· Δεν γνωρίζουν πώς να καλύψουν και να δουλέψουν τις μαθησιακές αδυναμίες του παιδιού. Σίγουρα ξέρουν να του μάθουν παπαγαλία τα ανώμαλα ρήματα, αλλά είναι άραγε αυτό το ζητούμενο;
Αξίζει να αρκείται κανείς σε έναν φοιτητή ή σε έναν μή καταρτισμένο, τυχαίο γνώστη της γλώσσας, όταν το ζητούμενο είναι να αγαπήσει την ξένη γλώσσα, να τη νιώσει σωστά, να μπορέσει να τη μιλήσει, και να πάρει τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις;
Το εκπαιδευτικό σύστημα που ακολουθείται.
Συνήθως ένα σχολείο ακολουθεί ένα σύστημα. Το έχει ραφινάρει μέσα στο χρόνο, το έχει δουλέψει πάνω σε πολλά παιδιά, το έχει εξελίξει και το εξελίσσει κάθε χρόνο. Έχει σε αυτό συστηματοποιήσει την εμπειρία πάνω σε πολλά παιδιά, στη διάρκεια πολλών χρόνων. Έχει οδηγήσει αυτό το σύστημα πολλά παιδιά στο να πάρουν τα διπλώματα της ξένης γλώσσας. Στο ιδιαίτερο δεν υπάρχει καμιά τέτοια εμπειρία και κανένα τέτοιο σύστημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα σύστημα, στην συντριπτική πλειοψηφία των δασκάλων. Ασφαλώς υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία δασκάλων ιδιαίτερου ούτε ακολουθεί ούτε εφαρμόζει κάποιο διδακτικό σύστημα ή διδακτική φιλοσοφία. Μην ξεχνάμε ότι το κέντρο ξένων γλωσσών στηρίζει τη φήμη και τη βιωσιμότητά του στις επιτυχίες των σπουδαστών του και για αυτό το λόγο δινει μεγάλη σημασία στο επιτυχημένο σύστημα και πλάνο διδασκαλίας, εν αντιθέση με τον δάσκαλο ιδιαιτέρων μαθημάτων που συχνά το κάνει ως παράπλευρη , δευτερη δουλειά και για επιπλέον χρήματα , οπότε δεν νοιάζεται και πολύ για αυτό το θέμα και δε έχει κανένα οργανωμένο συστημα, επιχείρηση , προϊστά,μενο να τον ελέγχει στη δουλειά του και να απαιτεί αποτελέσματα.
Είναι σημαντικό ακόμη να τονίσουμε κάποια επιπλέον οφέλη που έχουν τα παιδιά στο φροντιστήριο.
Η αξία της ομάδας συμμαθητών.
Είναι πολύ σημαντικό να δώσουμε την κατάλληλη σημασία στην ομάδα των συμμαθητών, μαζί με τους οποίους μαθαίνει την ξένη γλώσσα το παιδί.
· Μέσα στην τάξη το παιδί θα επιταχύνει την προσπάθειά του, γιατί η τάξη έχει ένα συνολικό δικό της ρυθμό στον οποίο θα προσαρμοστεί. Έχει μπροστά του τον καλύτερο μαθητή, αυτόν που τα καταφέρνει λίγο καλύτερα στα προφορικά, ή λίγο καλύτερα στην έκθεση, και πυροδοτείται η φιλοδοξία και η άμιλλα.
· Μέσα στην τάξη το παιδί δεν θα βαρεθεί, γιατί έχει τους φίλους του, μαθαίνει μαζί με την παρέα του.
· Μέσα στην τάξη το παιδί εκτίθεται σε διάφορα μαθησιακά στυλ, μέσω των συμμαθητών του. Μαθαίνει λοιπόν με πολλαπλούς τρόπους, ακούγοντας τους συμμαθητές του, μελετώντας μαζί τους, κάνοντας εργασίες μαζί τους.
· Μέσα στην τάξη θα δει το σωστό να επιβραβεύεται και το λάθος να διορθώνεται πολλές φορές, επαναληπτικά, στους συμμαθητές του, και δεν γίνεται λοιπόν να μην μάθει και να μην προχωρήσει.
Οι κοινωνικές δεξιότητες.
Το φροντιστήριο δεν είναι απλά μάθηση και εκπαίδευση στην γνώση. Είναι μάθηση και εκπαίδευση στην ίδια τη ζωή. Στο κοινωνικό περιβάλλον του σχολείου γλώσσας το παιδί εκτίθεται στις ανθρώπινες σχέσεις και σε όλα τους τα στάδια. Μαθαίνει να συμμετέχει, να διακρίνεται, να διεκδικεί, να κάνει υπομονή, να ανέχεται, να διαπληκτίζεται και να συγχωρεί, να διαφωνεί και να τα ξαναβρίσκει, να εντάσσεται σε ένα σύνολο. Όλες αυτές είναι δεξιότητες για τη ζωή εξίσου ή και πιο σημαντικές από τα διπλώματα. Είναι τα χαρακτηριστικά που αύριο θα βοηθήσουν το παιδί να επιβιώσει στο επάγγελμά του, στη δική του οικογένεια, με τους συνεργάτες, τους προϊσταμένους του. Το σχολείο είναι ο ιδανικός χώρος όπου μαθαίνει όλα αυτά τα μαθήματα με ασφάλεια, ενώ το ιδιαίτερο το απομονώνει, το «αποστειρώνει» από όλη αυτή τη μάθηση ζωής.
Πότε είναι λοιπόν απαραίτητο το ιδιαίτερο;
Σαφώς και υπάρχουν περιπτώσεις όπου το ιδιαίτερο είναι απαραίτητο. Είναι πολύτιμο και αξεπέραστο στις περιπτώσεις που το παιδί έχει σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες, όπως είναι οι βαριές μορφές δυσλεξίας ή άλλες ειδικές δυσκολίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως και πάλι ο γονιός καλό είναι να βρίσκει ειδικά εκπαιδευμένους ειδικούς και δασκάλους, για να εξασφαλίζει σωστή εκπαίδευση και επίβλεψη στο παιδί του.
Όμως από την άλλη, όταν επιλέγουμε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, καλό είναι να κοιτάξουμε και πέρα από τις αίθουσες και τις υποδομές. Ας ελέγξουμε την εμπειρία, την κατάρτιση και το πάθος των δασκάλων, καθώς και τη φιλοσοφία του σχολείου: αν μαθαίνουν τα παιδιά μόνο τη γλώσσα ή και πώς να σκέφτονται, να συνεργάζονται, να οργανώνουν και να εκφράζονται. Να αξιολογήσουμε δηλαδή τη συνολική προσέγγιση , τις μεθόδους που χρησιμοποιούν, τις δραστηριότητες που κάνουν στα πλαίσια της διδασκαλίας και εκτός αυτής( πχ. εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά ταξίδια κλπ.), δηλ. όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μας δείξουν ότι νοιάζονται για την γενικότερη εξέλιξη των παιδιών.
Η ξένη γλώσσα είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο χτίζονται δεξιότητες για τη ζωή. Και το σωστό σχολείο ξένων γλωσσών είναι το μέρος όπου το παιδί σας θα την αγαπήσει, θα την κατανοήσει και θα την κάνει δική του. Σήμερα οι ξένες γλώσσες δεν είναι απλά κάτι επιπλέον στο πρόγραμμα των παιδιών. Είναι επένδυση για το μέλλον τους!
Ενημερωθείτε για την δική μας προσέγγιση στη διδασκαλία ξένης γλώσσας για παιδιά! ( λινκ στο ξενες γλώσσες για παιδια)
